σακουλές

ο, Ν
αυτός που φορά σακιά αντί για ενδύματα, ρακένδυτος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σακ(κ)ούλι + κατάλ. -ες, που απαντά και σε άλλες λ. με μειωτική σημ. (πρβλ. ρεμπεσκ-ές). Πρόκειται για λ. που χρησιμοποιείται κυρίως στη διάλ. τών λεγόμενων περιθωριακών].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σακουλές — ο 1. ντυμένος με κουρέλια. 2. επαίτης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γεωμυΐδες — (geomyidae). Οικογένεια τρωκτικών θηλαστικών, η οποία αριθμεί εννέα γένη εκτός από εκείνα που έχουν εκλείψει. Οι γ. είναι ζώα γνωστά από το μειόκαινο. Το σώμα τους είναι κοντό, περίπου 20 εκ., με γαμψά και μακριά νύχια. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό… …   Dictionary of Greek

  • κύστη — Υμενώδης θύλακος του σώματος στον οποίο συλλέγεται υγρό· η ουροδόχος κ. Ονομάζεται επίσης παθολογική παραγωγή ή ανάπτυξη που σχηματίζεται από νεόπλαστη θήκη ή κοιλότητα, που περιέχει ρευστή, πολτώδη ή σπάνια στερεή ουσία ή αέρα. Κ. καλείται… …   Dictionary of Greek

  • σέσουλα — η, Ν 1. μικρό ξύλινο δοχείο για το άδειασμα τών νερών από βάρκα 2. μικρό κοίλο φτυάρι που χρησιμοποιείται, κυρίως, για την τοποθέτηση τών χύμα εμπορευμάτων, λ.χ. ζάχαρης, ρυζιού, οσπρίων κ.ά., από τους σάκους σε σακούλες κατά την ζύγισή τους 3.… …   Dictionary of Greek

  • σακουλεύομαι — Ν [σακουλές] (ιδιωμ.) αντιλαμβάνομαι …   Dictionary of Greek

  • σελήνη — (Αστρον.). Ο μοναδικός φυσικός δορυφόρος της Γης. Τα γενικά γνωρίσματα του ήταν γνωστά από την αρχαιότητα στους αστρονόμους, τα γεωλογικά όμως και φυσικά χαρακτηριστικά του μόλις τώρα αρχίζουν να αποκαλύπτονται με τα στοιχεία που πρόσφεραν οι… …   Dictionary of Greek

  • ανθρωπόμορφοι ή πονγκίδες — Οικογένεια καταρρίνων πιθήκων που, όπως υποδηλώνει και η ονομασία τους, έχουν ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, κυρίως ανατομικά, όμοια με του ανθρώπου. Οι α. έχουν ρωμαλέα σωματική διάπλαση και μέγεθος μέτριο (χιμπαντζής, γίβων) ή μεγάλο… …   Dictionary of Greek

  • απορρίμματα — Άχρηστα υλικά που προέρχονται από τις ανθρώπινες δραστηριότητες και αποβάλλονται στο περιβάλλον σε διάφορες μορφές (στερεά, υγρά, αέρια). Αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα σημερινά οικολογικά προβλήματα, γιατί ο σύγχρονος τρόπος ζωής αυξάνει… …   Dictionary of Greek

  • Αργεντινή — Κράτος της Νότιας Αμερικής.Συνορεύει ΒΑ με την Ουρουγουάη και τη Βραζιλία, Β με την Παραγουάη, ΒΔ με τη Βολιβία, Δ και ΝΔ με τη Χιλή, ενώ μια χιλιανή στενή λωρίδα γης τη χωρίζει από το έδαφος της Γης του Πυρός. Ανατολικά βρέχεται από τον… …   Dictionary of Greek

  • καρέτα καρέτα — (caretta caretta).Είδος θαλάσσιας χελώνας που ανήκει στην οικογένεια chelonidae όπως και το είδος Chelonia mydas. Τα δύο αυτά είδη μαζί με το είδος Dermochelys coriacea της οικογένειας dermochelyidae απαντώνται και στη Μεσόγειο θάλασσα. Η κ.κ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.